Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεκαπενθήμερος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δεκαπενθήμερος -η -ο

  1. που διαρκεί δεκαπέντε ημέρες
    δεκαπενθήμερη άδεια
  2. που συμβαίνει κάθε δεκαπέντε μέρες
    δεκαπενθήμερο περιοδικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία