Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δεκαπενθήμερος η δεκαπενθήμερη το δεκαπενθήμερο
      γενική του δεκαπενθήμερου της δεκαπενθήμερης του δεκαπενθήμερου
    αιτιατική τον δεκαπενθήμερο τη δεκαπενθήμερη το δεκαπενθήμερο
     κλητική δεκαπενθήμερε δεκαπενθήμερη δεκαπενθήμερο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δεκαπενθήμεροι οι δεκαπενθήμερες τα δεκαπενθήμερα
      γενική των δεκαπενθήμερων των δεκαπενθήμερων των δεκαπενθήμερων
    αιτιατική τους δεκαπενθήμερους τις δεκαπενθήμερες τα δεκαπενθήμερα
     κλητική δεκαπενθήμεροι δεκαπενθήμερες δεκαπενθήμερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεκαπενθήμερος < δεκαπέντε > δεκα-πενθ- [t > θ] κατά το πενθήμερος [1] + -ήμερος (ημέρα) Δείτε και το δεκαπενθήμερος (θηλυκό, ελληνιστική κοινή)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðe.ka.penˈθi.me.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δε‐κα‐πεν‐θή‐με‐ρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δεκαπενθήμερος, -η, -ο

  1. που διαρκεί δεκαπέντε ημέρες
    δεκαπενθήμερη άδεια
  2. που συμβαίνει κάθε δεκαπέντε μέρες
    δεκαπενθήμερο περιοδικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις δεκαπέντε και ημέρα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική δεκαπενθήμερος αἱ δεκαπενθήμεροι
      γενική τῆς δεκαπενθημέρου τῶν δεκαπενθημέρων
      δοτική τῇ δεκαπενθημέρ ταῖς δεκαπενθημέροις
    αιτιατική τὴν δεκαπενθήμερον τὰς δεκαπενθημέρους
     κλητική ! δεκαπενθήμερε δεκαπενθήμεροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δεκαπενθημέρω
γεν-δοτ τοῖν  δεκαπενθημέροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεκαπενθήμερος, (ελληνιστική κοινή), στους παπύρους του Καΐρου Zenon Papyri < δεκαπέντε > δεκα- + πενθ- + -ήμερος (αρχαία ελληνική ἡμέρα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δεκαπενθήμερος, -η, -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία