Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δεκαπενθήμερο τα δεκαπενθήμερα
      γενική του δεκαπενθήμερου των δεκαπενθήμερων
    αιτιατική το δεκαπενθήμερο τα δεκαπενθήμερα
     κλητική δεκαπενθήμερο δεκαπενθήμερα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεκαπενθήμερο < ελληνιστική κοινή δεκαπενθήμερος < αρχαία ελληνική δεκαπέντε + ἡμέρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δεκαπενθήμερο ουδέτερο

  1. διάστημα δεκαπέντε ημερών ή δύο περίπου εβδομάδων
    Θα λείψω για ένα δεκαπενθήμερο από τη δουλειά μου.
  2. αμοιβή για εργασία δεκαπέντε ημερών

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία