Δείτε επίσης: βολεί

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βόλεϊ < (άμεσο δάνειο) αγγλική volleyball < volley + ball (μπάλα) με αποβολή του δεύτερου συνθετικού [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈvo.lei̯/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βό‐λεϊ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βόλεϊ ουδέτερο άκλιτο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία