Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυτοπροσωπογραφία οι αυτοπροσωπογραφίες
      γενική της αυτοπροσωπογραφίας των αυτοπροσωπογραφιών
    αιτιατική την αυτοπροσωπογραφία τις αυτοπροσωπογραφίες
     κλητική αυτοπροσωπογραφία αυτοπροσωπογραφίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτοπροσωπογραφία < αυτο- + προσωπογραφία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική autoportrait)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυτοπροσωπογραφία θηλυκό

  1. προσωπογραφία / πορτρέτο που παριστάνει κάποιον ζωγράφο κι έχει ζωγραφιστεί απ’ τον ίδιο
     συνώνυμα: αυτοπορτρέτο
    Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούμε τον όγκο των 28 αυτοπροσωπογραφιών της, όπως αναπτύσσονται μέσω των συγγραφέων, των λογοτεχνικών ηρώων και των ημερολογίων, με γραφή που μοιάζει με εκείνη των τυφλών. (*)
  2. (κατ’ επέκταση) περιγραφή (με πεζό ή ποιητικό λόγο) ενός συγγραφέα στην οποία περιγράφει ο ίδιος τον εαυτό του
     συνώνυμα: αυτοπορτρέτο
  3. σέλφι
     συνώνυμα: αυτοφωτογράφιση, αυτοπορτρέτο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία