Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αυτοπορτρέτο τα αυτοπορτρέτα
      γενική του αυτοπορτρέτου των αυτοπορτρέτων
    αιτιατική το αυτοπορτρέτο τα αυτοπορτρέτα
     κλητική αυτοπορτρέτο αυτοπορτρέτα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτοπορτρέτο < αυτο- + πορτρέτο < γαλλική portrait < μέση γαλλική portraict / pourtraict < portraire < λατινική protraho < pro + traho < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tragʰ- (2. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική selfie)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυτοπορτρέτο ουδέτερο

  1. η αυτοπροσωπογραφία
    Γκαλερί εκθέτει άγνωστο αυτοπορτρέτο του Πικάσο για πρώτη φορά. (*)
  2. (νεολογισμός) η φωτογραφία που βγάζει κάποιος τον εαυτό του, πολλές φορές μέσα από έναν καθρέφτη, με το κινητό του ή άλλη φωτογραφική μηχανή
     συνώνυμα: σέλφι
    Μετά τα φωτογραφικά αυτοπορτρέτα των διασήμων, γνωστά ως σέλφι (selfie), που έχουν κατακλύσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σειρά πήραν τα «άσι» (usie). Με πρώτο συνθετικό το «εμείς», τα usie δεν είναι τίποτε άλλο από διπλά σέλφι στα οποία διάσημα και πολύ ερωτευμένα ζευγάρια ποζάρουν και αυτοφωτογραφίζονται μαζί σε εικόνες για το facebook, το twitter και το instagram. (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία