Δείτε επίσης: αυτό-, αυτ-, αυθ-, αὐτο-

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτο- < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αὐτο- < αυτοπαθής αντωνυμία αὐτός (αυτός ο ίδιος) όπως ἑαυτοῦ. Δείτε και αυτ- (πριν από φωνήεν) και αυθ- (πριν από παλαιότερο δασύ φωνήεν)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.fto/

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

αυτο- ή αυτό-, αυτ- και αυθ-
πρώτο συνθετικό που δηλώνει

  1. αυτοπάθεια
    1. σε σύνθετα αφηρημένα ουσιαστικά
      αυτοάμυνα, αυτοβιογραφία
    2. σε σύνθετα ρήματα παθητικής φωνής
      αυτοπροβάλλομαι, αυτοανακηρύσσομαι
  2. την εκπλήρωση μιας ενέργειας/διαδικασίας χωρίς εξωτερική παρεμβολή ή βοήθεια
    αυτοδίδακτος, αυτοδημιούργητος
     αντώνυμα: ετερο-
  3. αυτοματισμό, κάτι γίνεται από μόνο του
    αυτοκίνητο, αυτοφυής
  4. ανεξαρτησία από αυτό που δηλώνει το β' συνθετικό, σε σύνθετα επίθετα
    αυτόκλητος

ΣύνθεταΕπεξεργασία

όπως

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία