Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προσωπογραφία οι προσωπογραφίες
      γενική της προσωπογραφίας των προσωπογραφιών
    αιτιατική την προσωπογραφία τις προσωπογραφίες
     κλητική προσωπογραφία προσωπογραφίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσωπογραφία < πρόσωπο + -γραφία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσωπογραφία θηλυκό

  • η εύστοχη απεικόνιση ενός προσώπου σε ζωγραφικό πίνακα, σε φωτογραφία, ή με την γλυπτική, ή άλλη τέχνη, αλλά παράλληλα και η απεικόνιση της προσωπικότητας, και των συναισθημάτων του προσώπου που απεικονίζεται, όπως το αντιλαμβάνεται ο δημιουργός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία