Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσωπογραφία προσωπογραφίες
γενική προσωπογραφίας προσωπογραφιών
αιτιατική προσωπογραφία προσωπογραφίες
κλητική προσωπογραφία προσωπογραφίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσωπογραφία < πρόσωπο + -γραφία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσωπογραφία θηλυκό

  1. η εύστοχη απεικόνιση ενός προσώπου σε ζωγραφικό πίνακα, σε φωτογραφία, ή με την γλυπτική, ή άλλη τέχνη, αλλά παράλληλα και η απεικόνιση της προσωπικότητας, και των συναισθημάτων του προσώπου που απεικονίζεται, όπως το αντιλαμβάνεται ο δημιουργός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία