Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράλληλα < επίθετο παράλληλος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

παράλληλα

  1. με τρόπο παράλληλο
  2. ταυτόχρονα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία