Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αρτοκλασία οι αρτοκλασίες
      γενική της αρτοκλασίας των αρτοκλασιών
    αιτιατική την αρτοκλασία τις αρτοκλασίες
     κλητική αρτοκλασία αρτοκλασίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρτοκλασία < μεσαιωνική ελληνική ἀρτοκλασία < αρχαία ελληνική ἄρτος (ψωμί) + κλάω-κλῶ, (σπάζω, κόβω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρτοκλασία θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία