Δείτε επίσης: ἀπολογητικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απολογητικός η απολογητική το απολογητικό
      γενική του απολογητικού της απολογητικής του απολογητικού
    αιτιατική τον απολογητικό την απολογητική το απολογητικό
     κλητική απολογητικέ απολογητική απολογητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απολογητικοί οι απολογητικές τα απολογητικά
      γενική των απολογητικών των απολογητικών των απολογητικών
    αιτιατική τους απολογητικούς τις απολογητικές τα απολογητικά
     κλητική απολογητικοί απολογητικές απολογητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απολογητικός < αρχαία ελληνική ἀπολογητικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική apologétique < μεσαιωνική λατινική apologeticus < αρχαία ελληνική ἀπολογητικός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απολογητικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την απολογία, συμβάλλει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που έχει σχέση με την απολογητική ή αναφέρεται σ’ αυτή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία