Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναβάθρα οι αναβάθρες
      γενική της αναβάθρας των αναβαθρών
    αιτιατική την αναβάθρα τις αναβάθρες
     κλητική αναβάθρα αναβάθρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναβάθρα < ελληνιστική κοινή ἀναβάθρα < ἀνά + βάθρα < βαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναβάθρα θηλυκό

(λόγιο)
  1. (ναυτικός όρος) ανεμόσκαλα πλοίου κατασκευασμένη από σκοινί ή/και ξύλο
  2. (ναυτικός όρος) (κατ’ επέκταση) κεκλιμένη σανίδα ανάβασης σε πλοίο
  3. (αρχαιολογία) (αρχιτεκτονική) κεκλιμένο επίπεδο που οδηγούσε ψηλότερα, μέσα σε αρχαίο ναό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία