Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αμανίκωτος η αμανίκωτη το αμανίκωτο
      γενική του αμανίκωτου της αμανίκωτης του αμανίκωτου
    αιτιατική τον αμανίκωτο την αμανίκωτη το αμανίκωτο
     κλητική αμανίκωτε αμανίκωτη αμανίκωτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αμανίκωτοι οι αμανίκωτες τα αμανίκωτα
      γενική των αμανίκωτων των αμανίκωτων των αμανίκωτων
    αιτιατική τους αμανίκωτους τις αμανίκωτες τα αμανίκωτα
     κλητική αμανίκωτοι αμανίκωτες αμανίκωτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμανίκωτος < μεσαιωνική ελληνική αμανίκωτος < ἀ- + μανίκι + -ωτος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αμανίκωτος

  1. (αφορά ρούχα) χωρίς μανίκια
     συνώνυμα: αμάνικος
    Μια κυρία της 3ης χιλιετίας φορούσε ένα φόρεμα μα κωδωνόσχημη φούστα και αμανίκωτο μπούστο (κορσάζ), που άφηνε ακάλυπτο το στήθος, ξεχειλωτό τον αυχένα. (*)
  2. (αφορά ανθρώπους) χωρίς μανίκια
     συνώνυμα: ξεμανίκωτος
  3. (μεταφορικά) χωρίς λαβή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία