Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεμανίκωτος < ξε- + μανίκ(ι) + -ωτος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξεμανίκωτος

  • που δεν έχει μανίκια
    φόραγε μόνο ένα ξεμανίκωτο φόρεμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία