Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλμπάνης οι αλμπάνηδες
      γενική του αλμπάνη των αλμπάνηδων
    αιτιατική τον αλμπάνη τους αλμπάνηδες
     κλητική αλμπάνη αλμπάνηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλμπάνης < (άμεσο δάνειο) τουρκική nalbant (πεταλωτής) < περσική نعلبند (nalband) < αραβική نعل (naʕl) "πέταλο" + περσική بند (band) "κατασκευαστής"

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /alˈba.nis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλμπάνης αρσενικό

  1. (παρωχημένο) ο άπειρος και αδέξιος, αυτός που δεν μπορείς να τον εμπιστευτείς ως επαγγελματία
     συνώνυμα: ατζαμής, καλαμπόρτζος, κομπογιαννίτης, σκιτζής, τσαρλατάνος
  2. (παρωχημένο) (λαϊκότροπο) πεταλωτής και πρακτικός κτηνίατρος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία