Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τσαρλατάνος οι τσαρλατάνοι
      γενική του τσαρλατάνου των τσαρλατάνων
    αιτιατική τον τσαρλατάνο τους τσαρλατάνους
     κλητική τσαρλατάνε τσαρλατάνοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσαρλατάνος < μεσαιωνική ελληνική τσαρλατάνος < ιταλική ciarlatano / παλαιά ιταλική ciarlatano < ciarlatore (φλύαρος) + cerretano ((κυριολεκτικά) κάτοικος του Cerreto, (κατ’ επέκταση) ψευτογιατρός, κομπογιαννίτης)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσαρλατάνος αρσενικό

  1. αυτός που προσποιείται ότι έχει μαγικές ικανότητες ή γνώσεις γύρω από τη θεραπεία ασθενειών
     συνώνυμα: αγύρτης, ψευτογιατρός
  2. γιατρός χωρίς επαρκές επιστημονικό υπόβαθρο και κατάρτιση
     συνώνυμα: κομπογιαννίτης
  3. (γενικότερα) απατεώνας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία