Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακτινοβόλος η ακτινοβόλη το ακτινοβόλο
      γενική του ακτινοβόλου της ακτινοβόλης του ακτινοβόλου
    αιτιατική τον ακτινοβόλο την ακτινοβόλη το ακτινοβόλο
     κλητική ακτινοβόλε ακτινοβόλη ακτινοβόλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακτινοβόλοι οι ακτινοβόλες τα ακτινοβόλα
      γενική των ακτινοβόλων των ακτινοβόλων των ακτινοβόλων
    αιτιατική τους ακτινοβόλους τις ακτινοβόλες τα ακτινοβόλα
     κλητική ακτινοβόλοι ακτινοβόλες ακτινοβόλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακτινοβόλος < αρχαία ελληνική ἀκτινοβόλος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακτινοβόλος

  1. που λάμπει, ακτινοβολεί κυριολεκτικά -π.χ. ο ήλιος
  2. που λάμπει εσωτερικά, που εκπέμπει ψυχική ακτινοβολία
  3. (φυσική) που διαχέεται με ακτίνες, π.χ. ακτινοβόλος πυκνότητα ροής (radiant flux density), ακτινοβόλος θέρμανση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία