Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αδιαφιλονίκητος αδιαφιλονίκητη αδιαφιλονίκητο
γενική αδιαφιλονίκητου αδιαφιλονίκητης αδιαφιλονίκητου
αιτιατική αδιαφιλονίκητο αδιαφιλονίκητη αδιαφιλονίκητο
κλητική αδιαφιλονίκητε αδιαφιλονίκητη αδιαφιλονίκητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδιαφιλονίκητοι αδιαφιλονίκητες αδιαφιλονίκητα
γενική αδιαφιλονίκητων αδιαφιλονίκητων αδιαφιλονίκητων
αιτιατική αδιαφιλονίκητους αδιαφιλονίκητες αδιαφιλονίκητα
κλητική αδιαφιλονίκητοι αδιαφιλονίκητες αδιαφιλονίκητα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδιαφιλονίκητος < α- στερητικό + διαφιλονικώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδιαφιλονίκητος -η -ο

  • για κάτι ή κάποιον επί του οποίου (συνήθως: για την υπεροχή του οποίου) δεν υπάρχει καμιά διαφωνία ή αμφισβήτηση
    ήταν ο αδιαφιλονίκητος νικητής του διαγωνισμού

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία