Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αβάδιστος η αβάδιστη το αβάδιστο
      γενική του αβάδιστου της αβάδιστης του αβάδιστου
    αιτιατική τον αβάδιστο την αβάδιστη το αβάδιστο
     κλητική αβάδιστε αβάδιστη αβάδιστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αβάδιστοι οι αβάδιστες τα αβάδιστα
      γενική των αβάδιστων των αβάδιστων των αβάδιστων
    αιτιατική τους αβάδιστους τις αβάδιστες τα αβάδιστα
     κλητική αβάδιστοι αβάδιστες αβάδιστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάδιστος < αρχαία ελληνική ἀ- + βαδίζω < βαδίζω < βάδην < βαίνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβάδιστος, -η, -ο

  1. που δεν έχει περπατήσει
  2. που δεν τον έχουν διαβεί ή δεν μπορούν να τον διαβούν
     συνώνυμα: άβατος, αδιάβατος, απερπάτητος, απρόσβατος, απάτητος
     αντώνυμα: βατός, διαβατός, βαδισμένος, ευκολοπέραστος, περπατητός
    Όταν το τατουάζ σήμαινε το διαφορετικό, το άλλο, το ξένο και το άπιστο, ήταν ντροπή για τους άλλους, αποτελούσε βασανιστικό μικροέπαινο και αβάδιστο μονοπάτι για τον/τη δερματόστικτο/η. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

αβάδιστος