Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἵστημι ἵσταμαι
Παρατατικός ἵστην ἱστάμην
Μέλλοντας στήσω στήσομαι
Αόριστος ἔστησα ἐστησάμην/ἔστην/ἐστάθην
Παρακείμενος στήσας ἔχω ἕστηκα
Υπερσυντέλικος στήσας εἶχον εἱστήκειν
Συντελ.Μέλλ. ἑστήξομαι


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἵστημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stísteh₂- < *steh₂- (ἵστημι) (Ομόρριζο με το λατινικό sto, το γερμανικό stehen κ.ά.)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἵστημι (παθητική φωνή: ἵσταμαι)

  1. (+ αιτιατική) στήνω κάτι ή κάποιον, κάνω κάτι να σταθεί όρθιο
  2. είμαι υπαρκτός, έχω παρουσία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία