Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ίσο τα ίσα
      γενική του ίσου των ίσων
    αιτιατική το ίσο τα ίσα
     κλητική ίσο ίσα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίσο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ίσος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ίσο ουδέτερο

  1. (βυζαντινή μουσική) ένας βασικός, συνεχής τόνος που συνοδεύει την κύρια μελωδία στη βυζαντινή μουσική

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

κρατάω το ίσο

  1. (κυριολεκτικά) τραγουδώ τον ήχο του ίσου ψέλνοντας
  2. (μεταφορικά) συμφωνώ συνεχώς

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ίσο