Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ίσο τα ίσα
      γενική του ίσου των ίσων
    αιτιατική το ίσο τα ίσα
     κλητική ίσο ίσα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίσο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ίσο ουδέτερο

  • (μουσική) ένας βασικός τόνος που συνοδεύει την κύρια μελωδία στη βυζαντινή μουσική

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία