Δείτε επίσης: ἄχρωμος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άχρωμος άχρωμη άχρωμο
γενική άχρωμου άχρωμης άχρωμου
αιτιατική άχρωμο άχρωμη άχρωμο
κλητική άχρωμε άχρωμη άχρωμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άχρωμοι άχρωμες άχρωμα
γενική άχρωμων άχρωμων άχρωμων
αιτιατική άχρωμους άχρωμες άχρωμα
κλητική άχρωμοι άχρωμες άχρωμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άχρωμος < ελληνιστική κοινή ἄχρωμος (2.(σημασιολογικό δάνειο) γαλλική incolore)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.xɾɔ.mɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άχρωμος

  1. που δεν έχει (έντονο) χρώμα
  2. (μεταφορικά) που δεν έχει κάτι το έντονο ή χαρακτηριστικό πάνω του, που να τον κάνει να ξεχωρίζει ή να διαφέρει
    Είχε ένα άχρωμο πρόσωπο με κοινά χαρακτηριστικά. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία