Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Καύκασος οι Καύκασοι
      γενική του Καυκάσου
& Καύκασου
των Καυκάσων
    αιτιατική τον Καύκασο τους Καυκάσους
& Καύκασους
     κλητική Καύκασε Καύκασοι
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Καύκασος < αρχαία ελληνική Καύκασος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Καύκασος αρσενικό

  1. οροσειρά στη δυτική Ασία
  2. περιοχή της Ευρασίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία