Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Κασσάνδρα οι Κασσάνδρες
      γενική της Κασσάνδρας των Κασσανδρών
    αιτιατική την Κασσάνδρα τις Κασσάνδρες
     κλητική Κασσάνδρα Κασσάνδρες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Κασσάνδρα < αρχαία ελληνική Κασσάνδρα / Κασάνδρα, θηλυκό του Κάσσανδρος / Κάσανδρος < κέκασμαι + ἀνήρ

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Κασσάνδρα θηλυκό

  1. (μυθολογία) κόρη του βασιλιά της Τροίας Πριάμου, η οποία είχε λάβει το χάρισμα από τον Απόλλωνα να προφητεύει σωστά δυσάρεστα, συνήθως, γεγονότα, χωρίς όμως να την πιστεύουν
  2. (μετωνυμία) κάποιος που προβλέπει δυσάρεστες καταστάσεις και προμαντεύει δυσοίωνες ή καταστροφικές εξελίξεις, τις οποίες οι άλλοι αρνούνται να δεχτούν ή για τις οποίες δυσπιστούν
  3. γυναικείο όνομα
  4. (γεωγραφία) η δυτική χερσόνησος της Χαλκιδικής
  5. (γεωγραφία) ομώνυμος κόλπος, Κόλπος Κασσάνδρας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία