Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Διομήδης οι Διομήδηδες
      γενική του Διομήδη των Διομήδηδων
    αιτιατική τον Διομήδη τους Διομήδηδες
     κλητική Διομήδη Διομήδηδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Διομήδης < αρχαία ελληνική Διομήδης

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Διομήδης αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Διομήδης
Γενική Διομήδους
Δοτική Διομήδει
Αιτιατική Διομήδη
Κλητική Διόμηδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Διομήδης < Ζεύς + μῆδος + -ης

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Διομήδης αρσενικό