Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Αχιλλέας οι Αχιλλείς
      γενική του Αχιλλέα
& Αχιλλέως
των Αχιλλέων
    αιτιατική τον Αχιλλέα τους Αχιλλείς
     κλητική Αχιλλέα Αχιλλείς
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Αχιλλέας < {{κλη|grc|el|Ἀχιλλεύς]] < ἄχος ή ἄχος (ἀχι-) + λαός[1]

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αχιλλέας αρσενικό

  1. (μυθολογία) ο εγγονός του Αιακού (Αχιλλεύς Αιακίδης) ήταν ο μεγαλύτερος και ο κεντρικός ήρωας της Ιλιάδας του Ομήρου.
  2. ανδρικό όνομα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία