Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

crash (en)

  1. δυνατός θόρυβος (πχ από σπάσιμο)
  2. σύγκρουση
  3. συντριβή
  4. (πληροφορική) κατάρρευση υπολογιστικού συστήματος
  5. κραχ στην οικονομία
  6. μια ομάδα ρινόκερων

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

crash (en)

crash diet

  ΡήμαΕπεξεργασία

crash (en)

  1. συντρίβομαι
    the helicopter crashed
  2. προκαλώ συντριβή
  3. καταρρέω (για υπολογιστή ή πρόγραμμα)
  4. πέφτω, καταρρέω μετά από την ευφορία που προκλήθηκε λόγω χρήσης ναρκωτικών



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

crash < αγγλική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
crash crashs

crash (fr) αρσενικό

  1. η σύγκρουση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία