Δείτε επίσης: τόμος, -τομος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-τόμος < τέμνω

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-τόμος

  1. β' συνθετικό λέξεων που σημαίνουν τον άνθρωπο ή το εργαλείο που τέμνει / κόβει κάτι
    διχοτόμος
    υλοτόμος
    σπειροτόμος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία