Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-νομία < αρχαία ελληνική -νομία αλλά και από το ελληνογενές (γαλλική) -nomie

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-νομία

  1. επιστήμη, επιστημονικό πεδίο ή γνώση του πρώτου συνθετικού
    αστρονομία
  2. δημόσια ή άλλη υπηρεσία που ασχολείται με το πρώτο συνθετικό
    αστυνομία, αγορανομία
  3. κατάσταση που έχει σχέση με τους νόμους και τους θεσμούς
    ισονομία, ανομία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-νομία < νόμος

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-νομία