Δείτε επίσης: υπόδειγμα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὑπόδειγμα ὑποδείγματε ὑποδείγματα
Γενική ὑποδείγματος ὑποδειγμάτοιν ὑποδειγμάτων
Δοτική ὑποδείγματι ὑποδειγμάτοιν ὑποδείγμασι
Αιτιατική ὑπόδειγμα ὑποδείγματε ὑποδείγματα
Κλητική ὑπόδειγμα ὑποδείγματε ὑποδείγματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑπόδειγμα < ὑποδείκνυμι < δείκνυμι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *deyḱ-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὑπόδειγμα

  1. υπόδειγμα, δείγμα, ένδειξη
  2. τύπος, καλούπι
  3. πρότυπο
  4. αντίγραφο
  5. μεταφορά, παρομοίωση, εικόνα