Ετυμολογία

επεξεργασία
ὑποδείκνυμι < ὑπό + δείκνυμι

ὑποδείκνυμι

  1. υποδεικνύω κρυφά, έμμεσα, υπαινίσσομαι, υποδηλώνω
    ἄλλο τι τῶν χρησίμων ὑποδέξας : δειχνει άλλο καλό σύμπτωμα (ιατρικό)
  2. φανερώνω, δηλώνω τη θέλησή μου
    οἱ θεοὶ οὕτως ὑποδεικνύουσι
  3. διδάσκω με υποδείξεις, δίνω το καλό παράδειγμα, γίνομαι υπόδειγμα
  4. φέρνω στοιχεία και τα θέτω στη διάθεση του δικαστηρίου
  5. βάζω σημάδια για να σημειώσω κάτι, σχεδιάζω χάρτη ή σχέδιο, σημειώνω

Συγγενικά

επεξεργασία
  • ὑπόδειγμα

Κλίνεται σύμφωνα με το δείκνυμι