Δείτε επίσης: ηγούμενος

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἡγούμενος ἡγουμένω ἡγούμενοι
Γενική ἡγουμένου ἡγουμένοιν ἡγουμένων
Δοτική ἡγουμέν ἡγουμένοιν ἡγουμένοις
Αιτιατική ἡγούμενον ἡγουμένω ἡγουμένους
Κλητική ἡγούμενε ἡγουμένω ἡγούμενοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἡγούμενος < αρχαία ελληνική ἡγούμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ἡγέομαι / ἡγοῦμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seh₂g-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἡγούμενος αρσενικό

  1. (θρησκεία) ηγούμενος
  2. οδηγός
  3. (κατ' επέκταση) αρχηγός



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἡγούμενος ἡγουμένη ἡγούμενον ἡγούμενοι ἡγούμεναι ἡγούμενα
Γενική ἡγουμένου ἡγουμένης ἡγουμένου ἡγουμένων ἡγουμένων ἡγουμένων
Δοτική ἡγουμένῳ ἡγουμένῃ ἡγουμένῳ ἡγουμένοις ἡγουμέναις ἡγουμένοις
Αιτιατική ἡγούμενον ἡγουμένην ἡγούμενον ἡγουμένους ἡγουμένας ἡγούμενα
Κλητική ἡγούμενε ἡγουμένη ἡγούμενον ἡγούμενοι ἡγούμεναι ἡγούμενα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἡγουμένω ἡγουμένα
Γενική-Δοτική ἡγουμένοιν ἡγουμέναιν

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ἡγούμενος

  • μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ἡγέομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἡγούμενος αρσενικό (θηλυκόἡγουμένη)

  ΠηγέςΕπεξεργασία