Δείτε επίσης: ὄντας, οντάς

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όντας, μετοχή ενεστώτα του ρήματος είμαι· αρχαία ελληνική ὤν, γενική ὄντος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

όντας 

  ΜετοχήΕπεξεργασία

όντας (χρησιμοποιείται και επιρρηματικά χωρίς διάκριση γένους)

  1. με το να είμαι, επειδή είμαι, ενώ είμαι (κ.λπ.)
    όντας απαισιόδοξος, δεν ελπίζει σε τίποτα
  2. παρ' ότι είμαι εδώ
    Με φλέρταρε όντας ο άντρας μου μπροστά! (ενώ ήταν ο σύζυγος παρών)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όντας < από το μεσαιωνικό ὄντα με κάποια επίδραση του όταν

  ΜετοχήΕπεξεργασία

όντας

θα το δεις όντας τελειωμένο (όταν είναι τελειωμένο, θα το δεις όταν τελειώσει)