Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ωρίμανση οι ωριμάνσεις
      γενική της ωρίμανσης
ωριμάνσεως*
των ωριμάνσεων
    αιτιατική την ωρίμανση τις ωριμάνσεις
     κλητική ωρίμανση ωριμάνσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωρίμανση < ωρίμαση με προσθήκη ενός ευφωνικού ν από τους λόγιους (κατ' αναλογία προς το γήρανση) < ωριμάζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ωρίμανση θηλυκό

  1. η διαδικασία της τελικής φάσης της ανάπτυξης, η πορεία προς την ολοκλήρωση της ανάπτυξης σε ζωικούς ή φυτικούς οργανισμούς
  2. το μέστωμα, η ωριμότητα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία