Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψυχασθενής η ψυχασθενής το ψυχασθενές
      γενική του ψυχασθενούς της ψυχασθενούς του ψυχασθενούς
    αιτιατική τον ψυχασθενή την ψυχασθενή το ψυχασθενές
     κλητική ψυχασθενή(ς) ψυχασθενής ψυχασθενές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψυχασθενείς οι ψυχασθενείς τα ψυχασθενή
      γενική των ψυχασθενών των ψυχασθενών των ψυχασθενών
    αιτιατική τους ψυχασθενείς τις ψυχασθενείς τα ψυχασθενή
     κλητική ψυχασθενείς ψυχασθενείς ψυχασθενή
όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψυχασθενής < ψυχασθένεια + ασθενής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική psychasthénique)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψυχασθενής, -ής, -ές

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία