Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρηματοδοτώ < μεσαιωνική ελληνική χρηματοδοτῶ < χρήματα + -δοτῶ < πιθανόν από την ελληνιστική κοινήδοτός ή πάντως από μορφές του δίδω

  ΡήμαΕπεξεργασία

χρηματοδοτώ

  1. παρέχω σε οργάνωση ή άτομο χρήματα για ορισμένο έργο ή σκοπό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία