Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

finance (fr) θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. γενικά, ο κόσμος της οικονομίας



Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

finance < financ- + -e

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

finance (eo)