Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική υποδόριος υποδόρια υποδόριο
γενική υποδόριου υποδόριας υποδόριου
αιτιατική υποδόριο υποδόρια υποδόριο
κλητική υποδόριε υποδόρια υποδόριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποδόριοι υποδόριες υποδόρια
γενική υποδόριων υποδόριων υποδόριων
αιτιατική υποδόριους υποδόριες υποδόρια
κλητική υποδόριοι υποδόριες υποδόρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποδόριος < υπο- + -δόριος (< δορά)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1869

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈðɔ.ɾi.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈðɔ.ɾi.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈðɔ.ɾi.ɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υποδόριος, -α, -ο

  1. που βρίσκεται κάτω από το δέρμα
    υποδόριος ιστός
    υποδόριο τσιπ
  2. που γίνεται κάτω από το δέρμα
    υποδόρια ένεση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία