Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπερφαγία οι υπερφαγίες
      γενική της υπερφαγίας των υπερφαγιών
    αιτιατική την υπερφαγία τις υπερφαγίες
     κλητική υπερφαγία υπερφαγίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερφαγία < αγγλική hyperphagia < αρχαία ελληνική ὑπέρ + -φαγία (< τρώγω) (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπερφαγία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία