Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική υγραεριοφόρος υγραεριοφόρα υγραεριοφόρο
γενική υγραεριοφόρου υγραεριοφόρας υγραεριοφόρου
αιτιατική υγραεριοφόρο υγραεριοφόρα υγραεριοφόρο
κλητική υγραεριοφόρε υγραεριοφόρα υγραεριοφόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υγραεριοφόροι υγραεριοφόρες υγραεριοφόρα
γενική υγραεριοφόρων υγραεριοφόρων υγραεριοφόρων
αιτιατική υγραεριοφόρους υγραεριοφόρες υγραεριοφόρα
κλητική υγραεριοφόροι υγραεριοφόρες υγραεριοφόρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υγραεριοφόρος < υγραέριο + -φόρος < φέρω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υγραεριοφόρος, -ος ή =α, -ο, το ουδέτερο αναφερόμενο σε πλοία είναι ουσιαστικοποιημένο

  1. αυτός που φέρει, ή μεταφέρει υγραέριο

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία