Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική τσαχπίνης τσαχπίνα τσαχπίνικο
γενική τσαχπίνη τσαχπίνας τσαχπίνικου
αιτιατική τσαχπίνη τσαχπίνα τσαχπίνικο
κλητική τσαχπίνη τσαχπίνα τσαχπίνικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τσαχπίνηδες τσαχπίνες τσαχπίνικα
γενική τσαχπίνηδων τσαχπίνικων
αιτιατική τσαχπίνηδες τσαχπίνες τσαχπίνικα
κλητική τσαχπίνηδες τσαχπίνες τσαχπίνικα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσαχπίνης < τουρκική çapkın

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τσαχπίνης, -α, -ικο

  1. ερωτιάρης
     συνώνυμα: ναζιάρης, σκερτσόζος
  2. καταφερτζής, κατεργάρης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία