Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ναζιάρης < νάζι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ναζιάρης

  1. αυτός που φέρεται με νάζι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία