Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ταράτσα οι ταράτσες
      γενική της ταράτσας των ταρατσών
    αιτιατική την ταράτσα τις ταράτσες
     κλητική ταράτσα ταράτσες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταράτσα < (άμεσο δάνειο) βενετική terazza < λατινική terra < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ters- (στεγνός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταράτσα θηλυκό

  1. η επίπεδη στέγη ενός σπιτιού, συνήθως πολυκατοικίας
  2. βεράντα, στεγασμένος εξωτερικός χώρος σπιτιού

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • την έκανα ταράτσα, την ταράτσωσα - έφαγα πάρα πολύ, και πολύ καλά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία