Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συνάρθρωση οι συναρθρώσεις
      γενική της συνάρθρωσης
& συναρθρώσεως
των συναρθρώσεων
    αιτιατική τη συνάρθρωση τις συναρθρώσεις
     κλητική συνάρθρωση συναρθρώσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνάρθρωση < ελληνιστική κοινή συνάρθρωσις < συναρθρόω < ἄρθρον (3. (σημασιολογικό δάνειο) (αγγλικά) coarticulation)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνάρθρωση θηλυκό

  1. σύνδεση με άρθρωση
     συνώνυμα: συναρμολόγηση
  2. (ανατομία) τρόπος σύνδεσης των σκελετικών οστών, που δεν επιτρέπει καμία κίνηση (π.χ. στη λεκάνη ) ή επιτρέπει πολύ περιορισμένες κινήσεις (π.χ. στη σπονδυλική στήλη).[1]
  3. (γλωσσολογία) άρθρωση ενός φωνήματος με συνδυασμό περισσότερων του ενός Αρθρωτικών σημείων
    Ένα φώνημα διαφοροποιείται όμως, κατά κανόνα, στη φωνητική του πραγμάτωση ανάλογα με το περιβάλλον του, δηλαδή σύμφωνα με τη συνάρθρωσή του με γειτονικά φωνήματα, την κατανομή του τόνου, το ρυθμό της ομιλίας κ.λπ.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία