Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το συμπλήρωμα τα συμπληρώματα
      γενική του συμπληρώματος των συμπληρωμάτων
    αιτιατική το συμπλήρωμα τα συμπληρώματα
     κλητική συμπλήρωμα συμπληρώματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπλήρωμα < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική συμπλήρωμα, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική complément ή supplément[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /simˈbli.ɾo.ma/
συλλαβισμός: συ‐μπλή‐ρω‐μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμπλήρωμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του συμπληρώνω
  2. ότι χρειάζεται ώστε κάτι να πληρωθεί
    1. συνοδευτικό κείμενο στο οποίο ο συντάκτης αναφέρει επιπλέον χρήσιμα στοιχεία
    2. (γραμματική) συμπληρώματα του ρήματος: επιρρηματικοί προσδιορισμοί και αντικείμενα
    3. επιπλέον ποσότητα φαγητού πέραν της μερίδας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία