Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στέρηση στερήσεις
γενική στέρησης
& στερήσεως
στερήσεων
αιτιατική στέρηση στερήσεις
κλητική στέρηση στερήσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στέρηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στέρηση θηλυκό

  1. Έλλειψη.
    Η στέρηση βιταμινών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές νόσους.
  2. Το να μην έχει κάποιος τα αναγκαία.
    Έζησε μια ζωή γεμάτη στερήσεις.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία