Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υστέρηση οι υστερήσεις
      γενική της υστέρησης
υστερήσεως*
των υστερήσεων
    αιτιατική την υστέρηση τις υστερήσεις
     κλητική υστέρηση υστερήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υστέρηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υστέρηση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία