Ετυμολογία 1

επεξεργασία
αναγκαία < αναγκαίος +

  Επίρρημα

επεξεργασία

αναγκαία

Συνώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Ετυμολογία 2

επεξεργασία
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα αναγκαία
      γενική των αναγκαίων
    αιτιατική τα αναγκαία
     κλητική αναγκαία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
αναγκαία < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αναγκαίος στον πληθυντικό

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

αναγκαία ουδέτερο στον πληθυντικό

  • όσα χρειάζονται, που τα έχουμε απόλυτη ανάγκη
    έβαλα στη βαλίτσα μου όλα τα αναγκαία
    αγόρασα όλα τα αναγκαία για δύο μήνες από το σούπερ μάρκετ

Συνώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Ετυμολογία 3

επεξεργασία
αναγκαία: κλιτικός τύπος

  Κλιτικός τύπος επιθέτου

επεξεργασία

αναγκαία

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του όμορφος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του όμορφος