Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική σέρτικος σέρτικη σέρτικο
γενική σέρτικου σέρτικης σέρτικου
αιτιατική σέρτικο σέρτικη σέρτικο
κλητική σέρτικε σέρτικη σέρτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σέρτικοι σέρτικες σέρτικα
γενική σέρτικων σέρτικων σέρτικων
αιτιατική σέρτικους σέρτικες σέρτικα
κλητική σέρτικοι σέρτικες σέρτικα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σέρτικος < σέρτης + -ικός < τουρκική sert (σκληρός), < περσική sard سرد (κρύος)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σέρτικος

  1. βαρύς, δυνατός, αψύς, οξύθυμος
Υπάρχει, που λέτε, ο άντρας ο βαρύς, ο σέρτικος. Αυτός που θα υψώσει τη φωνή, θα πάρει το ύφος το βαρύ κι ασήκωτο και...
με το που κάθεται και διπλώνεται το κωλάντερο, νιώθει να του 'ρχεται δεύτερος πόρδακλος, βαρύς και σέρτικος, με μεγάλη πιθανότητα οσκαρικών ηχητικών εφέ (Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά, Αύγουστος Κορτώ, Πατάκης 2016)
Σκουρόχρωμος παραδοσιακός ελληνικός, σέρτικος στην γεύση με διαρκές άρωμα (περιγραφή καφέ)
σέρτικο τσιγάρο
σέρτικος στόκος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία