Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάλι < περσική شال (shāl) < από τα σανσκριτικά साडी śāṭī

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsa.li/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάλι ουδέτερο

  1. γυναικείο ρούχο, μάλλινο συνήθως κομμάτι ύφασμα που σκεπάζει τους ώμους και την πλάτη

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία