Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάρπα σάρπες
γενική σάρπας
αιτιατική σάρπα σάρπες
κλητική σάρπα σάρπες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάρπα < εσάρπα < γαλλική écharpe

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάρπα θηλυκό

  1. γυναικείο ρούχο φτιαγμένο από πλεκτό ύφασμα, συχνά σε σχήμα τριγώνου, που φοριέται πάνω σε μπλούζα, φόρεμα κλπ. και καλύπτει την πλάτη και τους ώμους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία